Αρωματικά φυτά από το Α εώς το Ω

AΟ Άνηθος (επιστ.: Άνηθον το βαρύοσμον, Anethum graveolens) είναι φυτό της οικογένειας των Σελινοειδών (Apiaceae) (συν. Σκιαδοφόρων (Umbelliferae)). Είναι ιθαγενές, μονοετές φυτό των Μεσογειακών χωρών και της νότιας Ρωσίας.
Το ύψος του φτάνει τα 80 εκατοστά, ο βλαστός του είναι κοίλος και γραμμωτός, η ρίζα γογγυλώδης, τα φύλλα του πτερωτά νηματοειδή.
Ο άνηθος ήταν γνωστός στην Αρχαία Ελλάδα με τις ονομασίες άνηθον και άνησον. Από τα άνθη του παρασκεύαζαν άρωμα, ενώ το πρόσθεταν σε διάφορα κρασιά που είχαν την ονομασίαανηθίτης οίνος.
Ακόμα, στεφάνωναν τους νικητές με ανθισμένα κλαδιά άνηθου, και με το αιθέριο έλαιο των καρπών του άλειφαν το σώμα τους οι αθλητές γιατί το θεωρούσαν χαλαρωτικό και τονωτικό των μυών.

Σήμερα το φυτό χρησιμοποιείται στη μαγειρική σε σαλάτες, σούπες, διάφορες σάλτσες και αλλού.
Το χαρακτηριστικό του άρωμα μοιάζει με αυτό του γλυκάνισου και οι σπόροι του χρησιμοποιούνται στον αρωματισμό διαφόρων φαγητών, ενώ μπορεί να διατηρηθεί και αποξηραμένος.
Στη φαρμακευτική η δράση του θεωρείται ευεργετική κατά διαφόρων κολικών, ενώ χρησιμοποιείται και ως διουρητικό και τονωτικό.
Καλλιεργείται σε ευρύτερη κλίμακα στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Ασία. Η Ινδία είναι πρώτη στον κόσμο σε παραγωγή άνηθου. Ακολουθούν η Κίνα, το Μεξικό και η Ισπανία.
B

Η βαλεριάνα είναι ανθοφόρο φυτό της οικογένειας των Βαλεριανοειδών  που απαντάται στην Ευρώπη, την Ασία και τη Βόρεια Αμερική. Το όνομα "Βαλεριάνα" προήλθε από τη λατινική λέξηvalere που σημαίνει "υγεία ή δύναμη" και αναφέρεται στην θεραπευτική χρήση του φυτού, αν και υποστηρίζεται ότι μπορεί να αναφέρεται και στη δυνατή του οσμή.
Η βαλεριάνα χρησιμοποιείται σαν υπνωτικό, αγχολυτικό και κατευναστικό, μιας και τα έλαια που περιέχει έχουν παρόμοια δράση με τις βενζοδιαζεπίνες. Ο μηχανισμός δράσης της ωστόσο παραμένει γενικά άγνωστος. Στο παρελθόν χρησιμοποιούνταν και σε ασθενείς με επιληψία.
Η βαλεριάνα προσελκύει επίσης τις γάτες και τα ποντίκια. Σε μερικές εκδόσεις του μύθου του "Μαγικού Αυλού", ο γητευτής των ποντικών χρησιμοποιεί βαλεριάνα αντί για φλογέρα.

Η Βανίλια ή Βανίλα είναι γένος Αγγειόσπερμων Μονοκότυλων φυτών , που ανήκει στην τάξη Γύνανδρα, οικογένεια Ορχιδίδες (Orchidaceae) και είναι κοινά γνωστό ως Βανίλλη. Περιλαμβάνει 90 περίπου είδη αναρριχητικών φυτών, ιθαγενή των τροπικών περιοχών. Βανίλια επίσης ονομάζεται και η αρωματική ουσία που εξάγεται από τους καρπούς ορισμένων από τα είδη της.
Η Βανίλια χρησιμοποιούνταν για τον αρωματισμό του ξοτοάτλ της σοκολάτας, ενός αφεψήματος των Αζτέκων, αιώνες πριν ο Κορτές το δοκιμάσει στην αυλή του Μοντεζούμα, σύντομα μετά από αυτό η βανίλια έγινε πολύ δημοφιλής στην Ευρώπη.
Καλλιέργεια:
Οι σπόροι της Βανίλιας που κυκλοφορούν στο εμπόριο είναι ο επεξεργασμένος άγουρος καρπός του είδους Βανίλια η πλατύφυλλος (V. planifolia) που είναι ιθαγενές του Μεξικού τηςΚεντρικής Αμερικής και του Βόρειου τμήματος της Νότιας Αμερικής, αλλά καλλιεργείται σε πολλές τροπικές περιοχές, ή του είδους Βανίλια η ταϊτινή (V. tahitensis) που είναι ιθαγενές τηςΩκεανίας. Είναι φυτό με μακρύ, σαρκώδη αναρριχητικό βλαστό ο οποίος προσκολλάται στα δένδρα με εναέρια ριζίδια, έχει επίσης και ρίζες που εισχωρούν στο έδαφος. Κατά την περίοδο της ανθοφορίας , η οποία διαρκεί για δύο περίπου μήνες , πολλά εφήμερα άνθη ανοίγουν, λίγα κάθε φορά. Τα άνθη έχουν λεπτεπίλεπτη κατασκευή και για αυτό στη φύση η επικονίαση τους μπορεί να γίνει μόνο από μια μικρή μέλισσα που ζει στο Μεξικό. Στις άλλες χώρες όπου καλλιεργείται το φυτό, εφαρμόζεται η τεχνητή επικονίαση , η οποία γίνεται αμέσως μόλις ανοίξουν τα άνθη. Ο καρπός είναι επιμήκης κάψα, και φθάνει σε πλήρη ανάπτυξη τα 20 εκατοστόμετρα μήκος σε 4 έως 6 εβδομάδες ενώ μπορεί να χρειαστούν μέχρι και 9 μήνες ώσπου να ωριμάσει.
Ο αρωματικός παράγοντας της Βανίλιας χρησιμοποιείται ευρέως τόσο στην οικιακή μαγειρική όσο και στα τρόφιμα εμπορίου , ιδιαίτερα στησοκολάτα στα προϊόντα της αρτοποιίας, στη ζαχαροπλαστική, στις πουτίγκες. στις σάλτσες , σε παγωτό, σε αφεψήματα και στην αρωματοποιία. Οι άγουροι καρποί συλλέγονται αμέσως μόλις πάρουν χρυσοπράσινο χρώμα στη βάση τους. Τα φρέσκα σπέρματα της Βανίλιας δεν έχουν άρωμα. Το χαρακτηριστικό άρωμα είναι αποτέλεσμα ενζυματικής δράσης κατά τη διάρκεια ειδικής επεξεργασίας. Το εκχύλισμα της βανίλιας παραλαμβάνεται μετά από θραύση των κατεργασμένων αποξηραμένων καρπών και εκχύλιση με αλκοόλη. Η τεχνητή βανίλια γίνεται από συνθετικά παραγόμενη βανιλίννη.

Ο βασιλικός (Ώκιμον το βασιλικόν, λατ. Ocimum basilicum) είναι αρωματικό ετήσιο, ποώδες φυτό της οικογένειας των Χειλανθών και της τάξης των σωληνανθών. Η καταγωγή του είναι από τηνΙνδία και το Ιράν και σήμερα καλλιεργείται σε πολλές περιοχές του κόσμου. Η ονομασία "βασιλικός" του αποδόθηκε καθώς, σύμφωνα με θρύλο, φύτρωσε στο σημείο όπου ο Μέγας Κωνσταντίνος και η μητέρα του Αγία Ελένη ανακάλυψαν τον Τίμιο Σταυρό.
Τα φύλλα του είναι ωοειδή, μυτερά, ακέραια ή οδοντωτά, πράσινα (έντονα ή σκούρα σε ορισμένες ποικιλίες). Τα άνθη του είναι μικρά και λευκά ή λευκορόδινα.
Στο εμπόριο κυκλοφορούν διάφορες ποικιλίες που διακρίνονται για το μέγεθος των φύλλων (μικρόφυλλες και πλατύφυλλες). Ο βασιλικός καλλιεργείται ως καλλωπιστικό φυτό σε γλάστρες και κήπους και τα φύλλα του χρησιμοποιούνται αποξηραμένα ως καρύκευμα και αφέψημα. Περιέχουν αιθέριο έλαιο που κύριο συστατικό του είναι η λιναλοόλη και η μεθυλοχαβικόλη και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία.
Με την ονομασία βασιλικός είναι γνωστά και άλλα είδη που βρίσκονται σε τροπικές περιοχές. Είναι θάμνοι μικρού ύψους και καλλιεργούνται και ως καλλωπιστικοί. Ένα από τα είδη αυτά έχει την ονομασία φυτό του πυρετού και στις περιοχές της Δυτικής  Αφρικής χρησιμοποιείται ως αντιπυρετικό.
Στην Ελλάδα είναι από τα πιο κοινά οικιακά φυτά. Χρησιμοποιείται στη λαϊκή φαρμακευτική ως βότανο καθώς πιστεύεται πως είναι καλό διουρητικό, καταπραΰνει το στομαχόπονο και το πονοκέφαλο ενώ στην αρχαιότητα τον χρησιμοποιούσαν ως επίθεμα μετά από δάγκωμα εντόμου, σκορπιού ή και φιδιού.
Στη μαγειρική χρησιμοποιούνται κυρίως αποξηραμένα φύλλα της πλατύφυλλης ποικιλίας το άρωμα των οποίων μοιάζει λίγο με αυτό του γλυκάνισου. Αρωματίζει διάφορα ψητά, σαλάτες, βραστά, κοκκινιστά, σούπες κ.τ.λ. ενώ ταιριάζει πολύ σε σάλτσες που έχουν ως βάση τη φρέσκια ντομάτα. Στην Ιταλική κουζίνα, η σάλτσα ζυμαρικών πέστο (pesto) έχει για βάση της το βασιλικό.
Ο βασιλικός έχει σημαντικό ρόλο στην Ελληνική λαϊκή και θρησκευτική παράδοση.
Σύμφωνα με αυτή το φυτό φύτρωσε στο χαμένο τάφο του Χριστού και η έντονη μυρωδιά του έγινε αφορμή να ανακαλυφθεί. Η Αγία Ελένη οδηγήθηκε στον Τίμιο Σταυρό από το έντονο άρωμα του βασιλικού που φύτρωσε δίπλα του. Την ονομασία του το φυτό την πήρε από το «βασιλιάς» και βασιλιάς είναι ο Ιησούς Χριστός. Στα Θεοφάνεια ο ιερέας ραίνει τους πιστούς με αγιασμό βουτώντας ένα κλαδί βασιλικό μέσα στο άγιασμα. Στη γιορτή της Υψώσεως του Τίμιου Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου στις εκκλησίες μοιράζεται βασιλικός.
                 
Λαογραφικά δίστιχα:
Βασιλικέ μου της βραγιάς και κρίνε μου του δάσου
αχού, εγώ πουλάκι μου πως θες να σε ξεχάσω!
Στο παραθύρι που ΄σαι συ, βασιλικός δεν πρέπει,
γιατί σαι συ βασιλικός κι οπ΄ έχει μάτια βλέπει!

Βασιλικιά και ροζμαρί κι ανθό του γλυκανίσου
ο έρωτας τα μάζεψε, κι έκαμε το κορμί σου!

Βασιλικό κι αρισμαρί δε βάνω πια στ' αφτί μου
γιατί μου την εκλέψανε την αγαπητική μου.


Κρητικές μαντινάδες:
Ποτέ μου δεν το λόγιαζα, ούτε στο νου μου το΄χα
ν΄ αφήσεις το βασιλικό, να πάρεις τη μολόχα.
Ερνήθης το βασιλικό κι αγάπησες τον πρίνο
απού δεν έχει μυρουδιά, διά(ο)λε και σε και κείνο!
Χαλάλι σου Βασιλικέ όσο νερό κι΄αν πίνεις,
γιατί τό κάμεις άρωμα καί πίσω μου τό δίνεις!
Δεν ημπορώ Βασιλικέ συχνά νά σε ποτίζω,
γιατί έχεις μυρωδιές πολλές και δεν τις νταγιαντίζω!

Το Ίον (Viola) (εξού και το χρώμα ιώδες) είναι γένος αγγειόσπερμων, δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια των Ιοειδών (Violaceae) της τάξης των Ιωδών (Violales), και περιλαμβάνει τις βιολέτες και τους πανσέδες.

Η βιολέτα ή ο μενεξές ή το ίο είναι κοινή ονομασία πολλών ειδών φυτών του γένους Ίον (Viola) της οικογένειας των Ιοειδών. Με την ονομασία βιολέτα έχουν περιγραφεί και ταξινομηθεί 500 είδη.
Η ετυμολογία της λέξης «βιολέτα» προέρχεται από το υποκοριστικό του ιταλικού viola  που είναι και η ομώνυμη επιστημονική ονομασία του γένους στα λατινικά, ενώ η ετυμολογία της λέξης «μενεξές» προέρχεται από το τουρκικό menekşe, το οποίο είναι περσικής προέλευσης. Η λέξη «ίο» προέρχεται από τη λέξη της αρχαία ελληνικής ἴον.
Είναι μονοετή ή πολυετή ποώδη φυτά ή σπάνια μικροί θάμνοι. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχουν βλαστό ή είναι αποξυλωμένος στη βάση. Τα φύλλα είναι συνήθως απλά, έχουν πάντα παράφυλλα και αναπτύσσονται κατ'εναλλαγή στα είδη με βλαστό ή είναι παράρριζα στα είδη χωρίς βλαστό. Τα άνθη φύονται μοναχικά σε ψηλούς ποδίσκους και είναι συνήθως μωβ, μπλε,άσπρα, κίτρινα και βαθυκόκκινα. Έχουν πέντε πέταλα εκ των οποίων τα τέσσερα διατάσσονται σε δύο ανόμοια ζεύγη, ενώ το πέμπτο πρόσθιο και κατώτερο είναι διαμορφωμένο στη βάση του σε σακκοειδή αιχμηρή προσβολή στην οποία εισχωρούν δύο νεκταριογόνες αποφυάδες των δύο πρόσθιων στημόνων. Αρκετές από τις βιολέτες έχουν δύο τύπους άνθεων έναν γόνιμο και έναν στείρο. Τα χειμερινά ή ανοιξιάτικα άνθη είναι φανταχτερά με μεγάλα ωραία πέταλα και είναι συνήθως στείρα. Τα θερινά άνθη είναι μικροσκοπικά με δυσδιάκριτα ή καθόλου πέταλα, τελείως κλειστά και αυτογονιμοποιούμενα.
Τα γόνιμα άνθη εξασφαλίζουν την αύξηση του πληθυσμού. Φύονται συνήθως σε λιβάδια ή υγρά δάση. Γενικά αναπτύσσονται καλύτερα στην υγρασία και τη σκιά.
Οι βιολέτες δημιουργούν πολλά υβρίδια στη φύση.
Γ

Τροπικό αειθαλές δέντρο το γαριφαλόδεντρο ανήκει στην τάξη των Μυρτωδών και στην οικογένεια των Μυρτοειδών.
Η καταγωγή του είναι από τις νήσους Μολούκες και καλλιεργείται στις τροπικές περιοχές για τους ξηρούς οφθαλμούς του από τους οποίους βγαίνει το μπαχαρικό γαρίφαλο. Είναι γνωστό και με την ονομασία Συζύγιον το αρωματικό (Syzygium aromaticum), ενώ υπήρχε ως αρωματικό και καλλωπιστικό φυτό στην Κίνα από τον 3ο π.Χ. αιώνα.
Το ύψος του δέντρου φτάνει τα 12 μέτρα ,τα φύλλα του είναι μικρά με πολλούς αδένες και διατάσσονται αντίθετα.
Το γαρίφαλο είναι ένα από τα πιο παλιά και σημαντικά μπαχαρικά με όμορφο καυτερό άρωμα και καυτερή δυνατή, αρωματική γεύση. Κάθε δέντρο παράγει γύρω στα 35 κιλά οφθαλμούς που μαζεύονται γύρω στα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου και αποξηραίνονται το χειμώνα με έκθεση στο δυνατό ήλιο.
Τα παλιά χρόνια τα γαριφαλόδενδρα τα καλλιεργούσαν στην Ινδονησία και κυρίως σε κάποια μικρά νησιά με το όνομα νησιά των μπαχαρικών. Στις αρχές του 17ου αιώνα Ολλανδοί θαλασσοπόροι κατέστρεψαν φυτείες με γαριφαλόδενδρα για να ανεβάσουν την τιμή του μπαχαρικού, αφού έλεγχαν μονοπωλιακά τις περιοχές αυτές. Γάλλοι λαθρέμποροι μετέφεραν πόρους γαριφαλόδεντρου στην Κεϋλάνη και σε άλλα νησιά του Ινδικού ωκεανού.

Ο γλυκάνισος είναι η κοινή ονομασία του ετήσιου ποώδους φυτού του είδους Πιμπινέλλη το άνισον (Pimpinella anisum) του γένους Πιμπινέλλη της οικογένειας των Σκιαδοφόρων (Umbelliferae). Ως γλυκάνισος αναφέρονται και οι σπόροι του φυτού αυτού. Λέγεται επίσης και άνισο.
Η καταγωγή του είναι από την ανατολική Μεσόγειο ή τη Μέση Ανατολή όμως σήμερα έχει διαδοθεί στην Ευρώπη την Ασία και την Αμερική. Ο βλαστός του είναι ίσιος και έχει ύψος που κυμαίνεται από 25 έως 75 εκατοστά. Χρησιμοποιείται από το 2000 π.Χ. ως αρωματικό, καρύκευμα και φάρμακο. Οι καρποί του είναι ωοειδείς, σκληροί και ανοικτού καφέ χρώματος. Η γεύση του είναι υπόγλυκη. Έχει χαρακτηριστικό άρωμα, σπασμολυτικές και αποχρεμπτικές ιδιότητες. Πολύ συχνά χρησιμοποιείται στην αρτοποιία ως αρωματικό ή ως κύριο αρωματικό σε αλκοολούχα ποτά, όπως το αψέντι το ούζοκαι το ρακί.
Δ

Αρωματικός αειθαλής θάμνος το δενδρολίβανο ανήκει στο γένος Ροσμαρίνος  και στην οικογένεια των Χειλανθών.
Γνωστό φυτό στην αρχαιότητα όταν οι Αρχαίοι Έλληνες το χρησιμοποιούσαν σε διάφορες θρησκευτικές τελετές και γιορτές ,σε στολισμούς κτηρίων, ναών και το έκαιγαν και ως θυμίαμα.
Η καταγωγή του είναι από τις περιοχές της Μεσογείου αλλά σήμερα εκτός από τις περιοχές αυτές καλλιεργείται ως καλλωπιστικό για τα ωραία κυανά άνθη του σε όλη σχεδόν την Ευρώπη και τις εύκρατες περιοχές της Αμερικής.
Είναι πυκνόφυλλος και πολύκλαδος θάμνος με ύψος που δε ξεπερνά τα 2 μέτρα. Τα φύλλα του είναι δερματώδη, μικρά , γραμμοειδή και μοιάζουν με πευκοβελόνες. Η πάνω επιφάνεια των φύλλων έχει χρώμα σκούρο πράσινο και η κάτω επιφάνεια είναι ελαφρώς χνουδωτή με χρώμα λευκό ή αχνά γκριζωπό. Τα άνθη βρίσκονται κατά ομάδες και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων. Το χρώμα τους είναι μοβ, κυανόλευκο ή και λευκό. Δεν έχει ιδιαίτερη ανάγκη από πότισμα και μπορεί να φυτρώσει και σε βραχώδεις ορεινές περιοχές. Περιέχει τανίνη και αιθέριο έλαιο, το οποίο εξάγεται με απόσταξη κυρίως από τις κορυφές των ανθοφόρων βλαστών.
Οι τρυφεροί βλαστοί και τα φύλλα του δενδρολίβανου χρησιμοποιούνται ως αρωματικό σε πολλά φαγητά. Στα ψητά δίνει μία ιδιαίτερη γεύση. Στη ζαχαροπλαστική το χρησιμοποιούν κυρίως στα γλυκά του κουταλιού. Έχουν ένα ευχάριστο άρωμα που μοιάζει με αυτό του τσαγιού και η γεύση τους είναι ελαφρώς πικρή και λίγο καυτερή.
Από τα φύλλα του δενδρολίβανου εξάγεται ένα υγρό που χρησιμοποιείται στην παρασκευή φάρμακου για τους ρευματισμούς, για τις διάφορους ερεθισμούς του στόματος καθώς και για το βήχα. Από τους βλαστούς εξάγεται ένα αιθέριο έλαιο που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία, στη σαπωνοποιία, καθώς και με κατάλληλη επεξεργασία στην παρασκευή εντομοκτόνων.
Τα άνθη του προτιμώνται από τις μέλισσες και γίνονται πηγή για τη παραγωγή μελιού.
Η

Το Ηλιοτρόπιο είναι γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών, το οποίο ανήκει στην τάξη πολεμονιώδη, οικογένεια βοραγινίδες (Boraginaceae). Περιλαμβάνει 250 περίπου είδη ποωδών και θαμνωδών φυτών, ιθαγενή τών εύκρατων και τροπικών περιοχών, που χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι τα άνθη τους στρέφονται πάντα προς τον Ήλιο. Πολλά είδη είναι ζιζάνια. Γνωστότερο είδος είναι το Ηλιοτρόπιο το δενδρώδες (H. arborescens), ένα θαμνοφόρο πολυετές φυτό που μπορεί να φτάσει τα δύο μέτρα ύψος. Καλλιεργείται ως καλλωπιστικό φυτό για τα αρωματικά πεντάλοβα, κόκκινα ως λευκά άνθη. Στην Ελλάδα απαντούν 6 είδη, κοινότερα από τα οποία είναι: Ευρωπαϊκό ηλιοτρόπιο (H. europaeum) σε πετρώδεις άγονες περιοχές σε όλη τη χώρα, κοινώς γνωστό ως «μπαμπακίτσες», «κουλούμπακας», «μελισσόχορτο» και H. dolosum σε παραθαλάσσιες αμμώδεις περιοχές. Τα αρωματικά άνθη του Ηλιοτροπίου χρησιμοποιούνται κατόπιν επεξεργασίας ως συστατικό στην αρωματοποιία.

Θ

Το θυμάρι ή θύμιο (Θύμος ο κοινός, λατ. Thymus vulgaris) είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο φυτό, το οποίο ανήκει στην τάξη των Σωληνανθών (Tubiflorae) και στην οικογένεια των Χειλανθών (Labiatae). Είναι θάμνος μικρού ύψους (έως 30 εκατοστά), με όρθιους βλαστούς, εξαιρετικά ανθεκτικός, αναδύει πολύ ευχάριστο άρωμα.
Απαντάται στις νότιες και μεσογειακές περιοχές της Ευρώπης σε διάφορες περιοχές της Ασίας και καλλιεργείται στη βόρεια Αμερική.
Τα φύλλα του θυμαριού, όταν ξεραθούν, αποκτούν καφεπράσινο χρώμα και αναδύουν το άρωμα τους όταν θρυμματιστούν. Η γεύση τους είναι πολύ δυνατή, ελαφρώς καυστική και πλούσια. Μαζί με τους αποξηραμένους ανθούς χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό για τον αρωματισμό διαφόρων φαγητών, σε ψάρια, κρέατα, σε διάφορες σάλτσες, σούπες κ.λ.π. Είναι ένα από τα βασικά συστατικά του λικέρ βενεδικτίνη.
Το θυμάρι είναι ιδιαίτερα αγαπητό στις μέλισσες και το θυμαρίσιο μέλι είναι εξαιρετικής ποιότητας.
Περιέχει αιθέριο έλαιο σε ποσοστό 1-2% και κύριο συστατικό του είναι η θυμόλη ή, αλλιώς, καμφορά του θυμαριού, έχει δε χρήσεις στην αρωματοποιία και στην οδοντιατρική.
Υπάρχουν και καλλωπιστικές ποικιλίες που καλλιεργούνται σε διάφορους κήπους.
Στην Ελλάδα υπάρχουν 23 αυτοφυή είδη και τα πιο σημαντικά είναι:
1.-Αγριοθυμάρι. Μικρός θάμνος με βλαστούς ξυλώδεις ξαπλωμένους. Βρίσκεται σε πολλές βραχώδεις, ορεινές, ξηρές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.Κοντά στις περιοχές όπου φύεται το άγριο θυμάρι τοποθετούνται κυψέλες με μέλισσες και παράγεται εκλεκτό μέλι.
2.-Χαμοθρούμπι. Πολύ κοινό σε διάφορες πεδινές περιοχές και λιβάδια της Μακεδονίας και της Θράκης.
3.-Σμάρι ή θυμάρι της Aττικής. Βρίσκεται σε διάφορες βραχώδεις περιοχές της Αττικής, της Αχαΐας, Κορινθίας και Ολύμπου.
            

Κ

Στις Μεσογειακές χώρες βρίσκεται το είδος Κάππαρη η κοινή (ή Κάππαρη η ακανθωτή, Capparis spinosa), έρπων θάμνος με μικρά αγκάθια και βλαστούς που διακλαδίζονται και απλώνονται στο έδαφος. Τα άνθη του φύονται μεμονωμένα, είναι μεγάλα και έχουν χρώμα λευκό. Τα άνθη πριν ανοίξουν, στο στάδιο που είναι ακόμα οφθαλμοί, μαζεύονται και στη συνέχεια τοποθετούνται σε αλατισμένο νερό με ξύδι (τουρσί) αποτελώντας τη γνωστή κάππαρη του εμπορίου.
Η κάππαρη χρησιμοποιείται ως καρύκευμα σε διάφορες σαλάτες, σε ποικιλία από τουρσιά και σε σάλτσες. Η γεύση της είναι πικάντικη και ελαφρώς καυτερή· αυτό οφείλεται στην ύπαρξη τού σιναπέλαιου που απελευθερώνεται από τους ιστούς του φυτού. Ο φλοιός τής ρίζας χρησιμοποιείται στη θεραπεία διαφόρων παθήσεων όπως αρθρίτιδες, ρευματισμοί και πονόδοντοι. Στην αρχαιότητα πίστευαν ότι το φυτό έχει θεραπευτικές αλλά και μαγικές ιδιότητες.
Η κάππαρη είναι πιθανόν το περισσότερο ξεροφυτικό φυτό της Μεσογειακής ζώνης. Στην Ισπανία το χρησιμοποιούν για να σχηματίσουν αντιπυρικές ζώνες καθότι σε διαστήματα μεγάλης ξηρασίας το φυτό δεν πέφτει σε θερινή νάρκη, όπως κάποια άλλα που ξεραίνονται εντελώς, αλλά διατηρεί τους χυμούς στους ιστούς της. Συνήθως φύεται σε σχισμές απόκρημνων βράχων πολύ κοντά στην θάλασσα. Αυτή είναι μια παραλλαγή της ποικιλίας Capparis spinosa που έχει ελάχιστα μέχρι καθόλου αγκάθια και μεγάλα σχετικά φύλλα. Μια ποικιλία με αγκάθια και πιο μικρά φύλλα βρίσκεται σε πολλά σημεία της Αθήνας σε απίθανα μέρη. Σε ενώσεις κράσπεδων, σε σχισμές πεζοδρομίων, σε σχισμές τοίχων 1ου,2ου, ακόμη και 3ου ορόφου. Το πιθανότερο έιναι οτι οι σπόροι βλάστησαν σε αυτά τα σημεία μεταφερόμενοι περισσότερο απο τα μυρμήγκια παρά από τον αέρα.
Η κάππαρη πολλαπλασιάζεται με σπόρο η με μόσχευμα. Παρότι η κάππαρη φυτρώνει εκεί που δεν την περιμένεις, οι δύο τρόποι πολλαπλασιασμού στην πράξη έχουν πολλές δυσκολίες. Οι σπόροι της κάππαρης έχουν μια εξωτερική φλούδα που είναι πολύ δύσκολο να διαπεραστεί απο το νερό για να βλαστήσει το έμβρυο. Ακόμη κι όταν βλαστήσει ο σπόρος και βγεί το φυτό βάζοντας τα στη τελική θέση αναμένουμε συνήθως στα 4 φυτά να επιζήσει το 1. Ο πολλαπλασιαμός με βλαστό που παίρνουμε απο το φυτό έχει κι αυτός πολύ λίγες πιθανότητες να είναι επιτυχής ακόμη κι αν φανεί οτι αρχικά έχει πιάσει.
Στην Ιταλία και Τουρκία παράγουν φυτά κάππαρης. Πιθανόν αυτό να γίνεται με in vitro καλλιέργεια ιστών. Η Τουρκία παράγει αρκετή απο ότι φαίνεται κάππαρη τουρσί την οποία εξάγει ακόμη και στην Ελλάδα. Καλλιέργεια κάππαρης γίνεται και στην Κύπρο
Άλλο είδος κάππαρης είναι η Κάππαρη η ντετσίντουα μικρό δέντρο που βρίσκεται σε περιοχές της Ασίας, φτάνει δε το ύψος των 5 μέτρων. Οι μικροί καρποί του δέντρου αυτού γίνονται τουρσί ενώ χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική για τη θεραπεία διαφόρων καρδιακών διαταραχών. Επίσης από την ξυλεία του δέντρου, που είναι ιδιαίτερα ανθεκτική, κατασκευάζονται σανίδες και βάρκες.
Η Κάππαρη η Ινδική είναι μικρό δέντρο που καλλιεργείται για τη δημιουργία αντιανεμικών φρακτών καθώς και ως καλλωπιστικό. Εκχύλισμα των ανθών και των καρπών του χρησιμοποιείται ως αντιπυρετικό και στην παρασκευή αλοιφών για διάφορες δερματικές παθήσεις.
Οι καρποί του θάμνου Κάππαρη η κοριμπιφέρα τρώγονται ως τουρσί και γίνονται και μπαχαρικό.
Το κύμινο είναι η κοινή ονομασία του φυτού Κούμινον το κύμινον (Cuminum cyminum). Επίσης αναφέρεται και στους αποξηραμένους καρπούς του φυτού που χρησιμοποιούνται, είτε ολόκληροι είτε σε σκόνη, για να δώσουν άρωμα σε χρήση στη μαγειρική.

Το φυτό είναι ετήσιο ποώδες, μικρού μεγέθους, ισχνό και ανήκει στην τάξη Σκιαδανθή, οικογένεια Σκιαδοφόρα (Umbelliferae). Τα φύλλα του είναι πολυσχιδή και τα άνθη του είναι λευκά ήρόδινα. Η προέλευσή του είναι από την Μεσόγειο, όμως πλέον καλλιεργείται και στην Ινδία την Κίνα και το Μεξικό.
Οι αποξηραμένοι καρποί είναι λεπτοί, επιμήκεις, ωοειδείς, καστανοκίτρινοι, με δυνατό και βαρύ άρωμα. Η έντονη γεύση θυμίζει την γεύση του Κάρου. Το κύμινο αποτελεί σημαντικό συστατικό σε μίγματα καρυκευμάτων όπως κάρυ και σάλτσες τσάτνεϋ. Είναι δημοφιλές στις κουζίνες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.
Οι σπόροι του κύμινου παλαιότερα χρησιμοποιούνταν στη λαϊκή ιατρική. Πλέον χρησιμοποιείται φαρμακευτικά κυρίως στην κτηνιατρική. Τέλος οι σπόροι του κύμινου περιέχουν από 2,5% έως 4,5% αιθέριο έλαιο κύριο συστατικό του οποίου είναι η κουμιναλδεΰδη.

Η κιτριά είναι κοινή ονομασία του είδους Citrus medica (Κιτρέα η μηδική) του γένους Κίτρος που ανήκει στα εσπεριδοειδή (πιο συγκεκριμένα στην οικογένεια των Ρυτοειδών (Rutaceae)). Οκαρπός της είναι το κίτρο. Στην αρχαιότητα το κίτρο χρησιμοποιείτο για φαρμακευτικούς σκοπούς ενώ ήταν σύμβολο της γονιμότητας και της αφθονίας. Στην Ελλάδα το κίτρο λέγεται καιμηδικό μήλο. Είναι μικρό αειθαλές δέντρο με ύψος 3.5 μέτρα. Τα κλαδιά του είναι ακανόνιστα, απλωτά και αγκαθωτά. Τα φύλλα είναι μεγάλα, ωχροπράσινα και συνήθως επιμήκη. Οκαρπός (κίτρο) είναι εξογκωμένος στην κορυφή και έχει μήκος από 12 έως 15 εκατοστά. Η επιφάνεια του καρπού είναι ρυτιδωμένη. Το εσωτερικό τμήμα του κολλώδους φλοιού είναι παχύ, άσπρο και κολλώδες, το εξωτερικό είναι λεπτό, κιτρινοπράσινο και αρωματικό. Τα άνθη των όξινων ποικιλιών όπως η «Diamante» είναι πορφυρά στην εξωτερική τους πλευρά ενώ αυτά των γλυκών ποικιλιών όπως της Κορσικής έχουν ένα λευκό προς το κρεμ χρώμα. Με ποικιλίες κιτριάς και μανταρινιάς παράγεται το υβρίδιο της λεμονιάς. Τέλος το κίτρο μαζί με ένα κομμάτι του μίσχου του, χρησιμοποιείται στην Εβραϊκή θρησκεία ως μέρος τελετουργικού.
Υπάρχουν οκτώ ποικιλίες κίτρου βάσει γεωγραφικής προέλευσης:
Το Kίτρο Φλωρεντίας (Florentine Citron)
Τo Kίτρο Ντιαμάντε (Diamante Citron) από την Καλαβρία της Ιταλίας
To Ελληνικό Κίτρο (Greek Citron)
To Κίτρο Balady από την Παλαιστίνη (Balady Citron)
Το Kίτρο Υεμένης (Yemenite Citron)
To Κίτρο Δάκτυλα του Βούδα (Fingered Citron ή Buddha's hand)
Το Κίτρο του Μαρόκο (Moroccan citron)
Το Κίτρο της Κορσικής (Corsican citron)
Η σάρκα του κίτρου χρησιμοποιείται στη μαγειρική για μαρινάρισμα κρεάτων, στη ζαχαροπλαστική για παρασκευή γλυκών,ζαχαρόπηκτων και καραμελών και στην αρτοποιία. Από το φλοιό του κίτρου κατασκευάζεται το ομώνυμο γλυκό κουταλιού και ποτό με το όνομα Cedratine στην Κορσική. Από τα φύλλα του κίτρου παρασκευάζονται στη Νάξο και τρία είδη λικέρ ενώ στη Γαλλία χρησιμοποιούνται ευρύτατα στην αρωματοποιία. Στην Κορέα το κίτρο χρησιμοποιείται για να φτιαχτεί ένα είδος τσαγιού με το όνομα «Yujacha». Ο καρπός του κίτρου χρησιμοποιείται στην βιομηχανία για παρασκευή του κιτρέλαιου και του κιτρικού οξέως. Στην Ελλάδα διοργανώνεται κάθε χρόνο η "Γιορτή Κίτρου" στο χωριό Γαράζο του Μυλοποτάμου. Το Γαράζο είναι η πρώτη κιτροπαραγωγός περιοχή στην Ελλάδα ενώ στο Πάνορμο Μυλοποτάμου ιδρύθηκε το 1931 η "Ένωση Κιτροπαραγωγών Κρήτης", με μικρή μονάδα συλλογής, συσκευασίας και επεξεργασίας, η οποία μεταφέρθηκε κατά τη δεκαετία του 1990 στην περιοχή "Λατζιμάς" προκειμένου να λειτουργήσει εκεί το αυτοματοποιημένο εργοστάσιο επεξεργασίας του προϊόντος.
Λ

Η λεβάντα (επ. ονομ. Lavandula) είναι γένος φυτών που ανήκει στην οικογένεια των Χειλανθών (Labiatae). Το γνωστότερο γένος είναι η λαβαντούλα, που περιλαμβάνει γύρω στα 25 είδη. Είναι ιθαγενές των παραμεσόγειων περιοχών. Επίσης, απαντάται στα Κανάρια Νησιά, στην Ινδία και σε άλλες ασιατικές χώρες. Το αιθέριο έλαιο που περιέχουν τα φύλλα της χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και για τη θεραπεία νευρασθενειών. Έχει επίσης αντισηπτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται στην επούλωση τραυμάτων. Σε μεγάλες δόσεις η λεβάντα δρα ως υπνωτικό και ναρκωτικό. Οι ιαματικές της ιδιότητες ήταν γνωστές από την αρχαιότητα και αναφέρονται στο Διοσκουρίδη, τον Πλίνιο και το Γαληνό.
Πρόκειται για φυτό φρυγανώδες και πολύκλαδο, με όρθιους βλαστούς που φύονται από τη βάση. Είναι, συνεπώς, θάμνος, με ύψος 30 έως 80 εκατοστά. Έχει γκριζοπράσινα φύλλα, στενά ώς λογχοειδή. Οι ανθοφόροι βλαστοί καταλήγουν σε ταξιανθία τύπου στάχεος.
Το αιθέριο έλαιο της λεβάντας χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία, τη σαπωνοποιία και στη φαρμακευτική ως τονωτικό και αντικαταρροϊκό. Κύριο συστατικό του είναι η χημική ένωση οξικό λιναλύλιο. Εκτός αυτού, περιέχει αλκοόλες.
Η λεβάντα καλλιεργείται σε εδάφη πλούσια σε ασβέστιο, καθώς αυτό βελτιώνει την ποιότητα του αιθερίου ελαίου της και βοηθά την ανάπτυξη του φυτού. Το έδαφος καλλιέργειας πρέπει να είναι ελαφρύ και χαλικώδες, γι' αυτό και το φυτό προσφέρεται για καλλιέργεια σε εκτάσεις ακατάλληλες για άλλου τύπου καλλιέργειες. Δεν αγαπά, επίσης, ιδιαίτερα την υγρασία, αλλά ούτε και την ολοσχερή ξηρασία. Σήμερα καλλιεργείται στην Ισπανία, τη Γαλλία, τη Βουλγαρία και αρκετές χώρες της Βόρειας Αφρικής. Στην Ελλάδα καλλιεργείται στην Αρκαδία, την Κεφαλληνία, τις Σέρρες την Κομοτηνή και τη Σαμοθράκη.
Πολλαπλασιάζεται με σπόρους, με μοσχεύματα και με παραφυάδες. Η συλλογή (συγκομιδή) γίνεται κατά το στάδιο πλήρους ανθοφορίας, οπότε και μπορεί να ληφθεί η μέγιστη ποσότητα (και ποιότητα) αιθερίου ελαίου.
Το κοινό όνομα λεβάντα αναφέρεται κυρίως στο άλλο αυτοφυές αλλά και καλλιεργούμενο είδος Λεβάντα η στενόφυλλος (Lavandula angustifolia).
Στον 'ελληνικό χώρο καλλιεργείται πιο πολύ το είδος Λεβάντα η στοιχάς (Lavandula stoechas). Αυτή είναι γνωστή και με τα ονόματα:
αγριολεβάντα
λαμπρή
λαβαντή
χαμολίβανο
μυροφόρα
καραμπάσι
Αβαγιανός
Μ

Ο μάραθος (ή μάραθο, το) είναι ποώδες και αρωματικό φυτό. Είναι δικοτυλήδονο και ανήκει στην οικογένεια των Σκιαδοφόρων. Η επιστημονική του ονομασία είναι Φοινίκουλον το κοινόν. Περιέχει αιθέρια έλαια κατά 7% και ήταν γνωστό στην αρχαία Ελλάδα, στην Κίνα, στην Αίγυπτο και την Ινδία. Ειδικότερα, ο Πλίνιος αναφέρει 22 φαρμακευτικές ιδιότητες του φυτού.
Οι κύριες χρήσεις του φυτού είναι στη μαγειρική και ζαχαροπλαστική, την αρωματοποιία και την οινοπνευματοποιία. Από το μάραθο επίσης παρασκευάζονται φάρμακα όπως σιρόπια, ενώ χρησιμοποιείται και ως μέσο για να διευκολύνεται η έκκριση γάλατος. Από τους σπόρους του μάραθου, που έχουν καυστική γεύση, όπως αυτή του άνηθου, φτιάχνεται αιθέριο έλαιο (μαραθέλαιο). Η ποικιλία αζορικό είναι εδώδιμη και οι σαρκώδεις κολεοί των φύλλων του χρησιμοποιούνται ως λαχανικό (φοινόκιο).
H μέντα (Mentha) είναι ποώδες αρωματικό φυτό της οικογένειας των χειλανθών των εύκρατων περιοχών. Έχει άνθη ευωδιαστά, λευκά ή ιώδη, που σχηματίζουν ταξιανθία στάχυος. Είναι φυτό φαρμακευτικό, ενώ χρησιμοποιείται στη μαγειρική ως καρύκευμα, καθώς και ως αφέψημα ή αιθέριο έλαιο. Το αιθέριο έλαιο είναι κατάλληλο για κατώτερης ποιότητας προϊόντα αρωματοποιίας και σαπωνοποιίας. Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει διάφορα είδη μέντας, όπως: μέντα η χνουδωτή, μέντα η μελανωπή, μέντα η στρογγυλόφυλη, (αγριόδυοσμος), μέντα η μικρόφυλλη, μέντα η ρεβερχόνεια, μέντα η πολιά, μέντα η πράσινη (δυόσμος) και μέντα η πουλέγιος.

Το όνομα μέντα προέρχεται από το λατινικό mentha, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το αρχαιοελληνικό μίνθη. Συναντάται και με την ονομασία ηδύοσμος. Χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα ως σήμερα ως αρωματικό στη μαγειρική, την οινοποιία και στη φαρμακοποιία. Οι αρχαίοι Έλληνες έτριβαν το τραπέζι με δυόσμο πριν από το γεύμα. Επίσης, αρωμάτιζαν το νερό τού μπάνιου. Από τον 6ο αιώνα πρωτοσυναντώνται κρέμες καθαρισμού δοντιών με δυόσμο. Τα ποντίκια φαίνεται να αποφεύγουν τη μυρωδιά του, γι' αυτό και χρησιμοποιείται για την απομάκρυνσή τους. Στην Αρχαία Ελλάδα ο Ιπποκράτης και ο Γαληνός χρησιμοποιούσαν την μέντα κατά της δυσπεψίας, κατά των νευρικών διαταραχών, κατά των ιλίγγων, της αϋπνίας, της γαστρίτιδας, του βήχα, του κρυολογήματος, του πονόλαιμου και ως αντισπασμωδικό.
Οι Άραβες λατρεύουν τη μέντα, ορκίζονται στο όνομα της. Η λεπτή μυρωδιά της μέντας διαχέεται παντού και οι αρετές της έχουν υμνηθεί ιδιαίτερα. Η ωραία Σεχραζάτ, που διηγούνταν στο Σουλτάνο τις ιστορίες στις Χίλιες και Μία Νύχτες, οφείλει ίσως τη ζωή της σε μερικά φλιτζάνια μυρωδάτο τσάι μέντας, που της σερβίριζαν κάθε μέρα, πριν ξημερώσει, την ίδια πάντα ώρα, για να μπορεί να συνεχίζει τις ιστορίες του Σεβάχ του Θαλασσινού και του Αλαντίν. Πολλές Αραβικές φυλές από την αρχαιότητα τη χρησιμοποιούσαν σε μορφή ροφήματος για τη σεξουαλική διέγερση αλλά σε αρκετά μεγάλες ποσότητες, διότι αλλιώς έχει την ακριβώς αντίθετη δράση.
Ακόμη και ο Σαίξπηρ την αναφέρει, μαζί με την λεβάντα και το δεντρολίβανο, ως διεγερτικό για τους κυρίους της μέσης ηλικίας.
Η Μίνθη ήταν μια Νύμφη του υποχθόνιου κόσμου, που ο Άδης επιζήτησε να κάνει ερωμένη του. Η Περσεφόνη ή, κατ' άλλους συγγραφείς, η Δήμητρα καταδίωξε την άμοιρη και την ποδοπάτησε ή όπως λένε άλλοι, την κατακρεούργησε. Κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου της, ο Άδης μήτε καν κινήθηκε να τη βοηθήσει. Περιορίστηκε να τη μεταμορφώσει σε ένα φυτό, που ξαφνικά φύτρωσε για πρώτη φορά στο βουνό Μίνθη της Τριφυλίας. Είναι η γνωστή μέντα, αφιερωμένη από τότε στο θεό του σκοταδιού.
Μαθιόλα η πολιά
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:        Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:       Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:   Brassicales
Οικογένεια:    Σταυρανθή (Cruciferae)
Γένος: Ματθιόλα (Matthiola)
Είδος: M. incana
Διώνυμο
Μαθιόλα η πολιά (Matthiola incana)
(L.) W.T.Aiton
Συνώνυμα
Matthiola annua (Ματθιόλα η ετήσια)
Matthiola incana (Μαθιόλα η πολιά) ονομάζεται πολυετές φυτό με καταγωγή από τις μεσογειακές ευρωπαϊκές χώρες. Εξαιτίας των όμορφων λουλουδιών του απαντάται πολύ συχνά σε κήπους και ανθώνες. Η καλλωπιστική του αξία οφείλεται στην πλούσια ανθοφορία, την ποικιλοχρωμία και το άρωμα των ανθέων.

Καλλιεργείται ως ετήσιο φυτό (διετές). Έχει θαμνοειδή μορφή με βλαστούς όρθιους, διακλαδιζόμενους, ύψους 25-70 εκατοστών, ελαφρά ξυλοποιημένους στη βάση. Τα φύλλα του είναι επιμήκη, λογχοειδή, κατ' εναλλαγή, σταχτοπράσινα καλυμμένα με χνούδι, όπως και οι βλαστοί.
Τα άνθη είναι μονά ή διπλά, σε επάκριες ταξιανθίες - «στάχεις» και χρώματα απαλά (κόκκινο, ρόδινο, ιώδες, λευκό κ.ά.) μάλλον παρά λαμπερά, με έντονο άρωμα. Ανθίζει κατά τον Απρίλιο - Μάιο, ίσως και Ιούνιο. Τα διπλά άνθη, που έχουν και εμπορική αξία, οφείλονται στη μεταλλαγή εξαιτίας της οποίας τα αναπαραγωγικά όργανα έχουν μετατραπεί σε πέταλα και για το λόγο αυτό είναι άγονα.
Υπάρχουν ποικιλίες νάνες, ύψους 25 - 30 εκατοστών, μέτριες 30 - 50 εκατοστών και ψηλές 50 - 70 εκατοστών, διαφόρων χρωμάτων.

Γίνεται με σπόρο που λαμβάνεται από φυτά με «μονά» άνθη και σπέρνεται τέλη Αυγούστου - αρχές Σεπτεμβρίου. Τα σπορόφυτα που πρόκειται να δώσουν «διπλά» άνθη ξεχωρίζουν είτε από το σπορείο, είτε κατά τη μεταφύτευση γιατί:
Μόλις φυτρώσουν έχουν κοτυληδόνες ανοικτού πράσινου χρωματισμού, ενώ εκείνα για μονά άνθη έχουν κοτυληδόνες σκουροπράσινες.
Τα νεαρά φυτά έχουν ανοιχτοπράσινο χρώμα και φύλλα επιμήκη, χνουδωτά, κυματοειδή στην κορυφή, ενώ εκείνα της καρδιάς είναι κατσαρά. Αντίθετα τα φυτά για «μονά» άνθη έχουν σκουροπράσινο χρώμα, πιο συμμαζεμένη ανάπτυξη και φύλλα κοντόχοντρα, στρογγυλεμένα και εκείνα της καρδιάς διατεταγμένα σε κύκλο.
Το φυτό αναπτύσσεται σε όλα σχεδόν τα εδάφη που έχουν καλή αποστράγγιση, προτιμά όμως τα λίγο βαριά και πλούσια. Ευδοκιμεί καλά και στα αργιλλοασβεστοειδή εδάφη και αντέχει στις παραθαλάσσιες περιοχές. Θέλει ηλιαζόμενες θέσεις, μπορεί να αναπτυχθεί όμως και στην ημισκιά. Ένα κρυολόγημα στα νεαρά φυτά προκαλεί τη δημιουργία περισσότερων στελεχών και ανθέων. Εάν τα φυτά κλαδευτούν μετά την άνθηση μπορούν να διατηρηθούν και για δεύτερο χρόνο.

Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:        Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:       Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:   Σαπινδώδη (Sapindales)
Οικογένεια:    Ρυτοειδή (Rutaceae)
Γένος: Κίτρος (Citrus)
Είδος: C. reticulata
Διώνυμο
Κιτρέα η δικτυωτή (Citrus reticulata)
Το μανταρίνι είναι ο καρπός της μανταρινιάς (επιστ.: Citrus reticulata, Κιτρέα η δικτυωτή), ενός μικρού εσπεριδοειδούς δένδρου. Μοιάζει πολύ με το πορτοκάλι. Το σχήμα του δεν είναι σφαιρικό αλλά ελλειψοειδές. Τα μανταρίνια τρώγονται συνήθως ωμά ή σε φρουτοσαλάτες. Το δέντρο είναι πιο ανθεκτικό στην ξηρασία από ότι ο καρπός. Το δέντρο είναι αειθαλές, ευαίσθητο και εύκολα καταστρέφεται από το κρύο .Φύεται σε τροπικά και υποτροπικά κλίματα.

Τα μανταρίνια καλλιεργούνται σε πολλές χώρες, όπως η Ισπανία και η Ελλάδα (κυρίως στην Κρήτη και την Χίο).
 Αυτή η ενότητα του άρθρου χρειάζεται επέκταση. Μπορείτε να βοηθήσετε στην περαιτέρω ανάπτυξή της.

Η ιστορία του φρούτου ανάγεται πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια, στην Κίνα. Λέγεται ότι τα γευστικά φρούτα πήραν το όνομά τους από τους μανδαρίνους, τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς της κινεζικής αυτοκρατορίας, εξαιτίας του χρώματος που είχαν οι στολές τους αλλά και γιατί αντάλλασσαν τα φρούτα αυτά ως δώρα.Τα μανταρίνια Κλημεντίνες πήραν το όνομα τους από τον μοναχό Clement Rodier (1829 - 1904) που εντόπισε την συγκεκριμένη ποικιλία στην Αλγερία. Είναι συνήθως άσπορα, μικρού σχετικά μεγέθους. Είναι διαθέσιμα από τον Νοέμβριο έως τα τέλη Φεβρουαρίου με τις μεγαλύτες ποσότητες τον Ιανουάριο. Είναι τα εσπεριδοειδή που προτιμούν τα παιδια. Ο Ρώσος ναύαρχος Λογγίνος Χέιδεν φέρεται να έφερε πρώτος το μανταρίνι στη χώρα μας. Στα αγγλικά το μανταρίνι αναφέρεται πότε ως mandarin και πότε ως tangerine. Η λέξη αυτή αρχικά χρησιμοποιούνταν για μια μικρή ποικιλία πορτοκαλιού που έφεναν από την Ταγγέρη, στο Μαρόκο.

Το μανταρίνι έχει πολλά ονόματα, μερικά από τα οποία αναφέρονται σε διασταυρώσεις ανάμεσα στη μανταρινιά και σε άλλο εσπεριδοειδές φυτό. Τα περισσότερα μανταρίνια σε συσκευασίες ανήκουν στην ποικιλία satsuma, γνωστή στην Ιαπωνία με το όνομα mikan. Η ποικιλία όμως που έχει κερδίσει τους καταναλωτές διεθνώς είναι οι κλημεντίνες. Το tangor, που είναι διασταύρωση ανάμεσα σε πορτοκάλι και μανταρίνι έχει πικρή σάρκα, πλούσια σε άρωμα και είναι εύκολο στο ξεφλούδισμα. Τέλος, το rangpur αποτελεί μια διασταύρωση μανταρινιών και λεμονιών.
Ποικιλίες και η επιστημονική τους ονομασία
Μανταρινιά η κοινή Citrus reticulata (Κιτρέα η δικτυωτή)
Μανταρινιά Cleopatra Citrus reshni
Μανταρινιά Dancy Citrus tangerina
Μανταρινιά Satsuma Citrus unshiu

Το μανταρίνι μοιάζει με το πορτοκάλι, παρότι είναι λιγότερο πλούσιο σε μεταλλικά άλατα. Η παρουσία αλάτων βρωμίου δικαιολογεί την ηρεμιστική του δράση.Η αποξηραμένη φλούδα του φρούτου χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική. Επίσης, ο φλοιός του μανταρινιού έχει θεραπευτικές ιδιότητες, διευκολύνει την πέψη και κάνει καλό στην κοιλιά. Σύμφωνα με δύο ιαπωνικές μελέτες, οι οποίες είδαν το φως της δημοσιότητας το 2006 [1], η κατανάλωση του φρούτου μειώνει σημαντικά την πιθανότητα να προσβληθεί κάποιος από καρκίνο του ήπατος, καρδιοπάθειες, εγκεφαλικά και διαβήτη. Το μανταρίνι και οι παραλλαγές του (κλημεντίνες, satsuma, tangor) είναι όλες πλούσιες σε καροτινοειδή. Μία μερίδα 100 γραμ. θεωρητικά αποδίδει 53 θερμίδες.
Ματζουράνα
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:        Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:       Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:   Λαμιώδη (Lamiales)
Οικογένεια:    Χειλανθή (Lamiaceae)
Γένος: Ορίγανον (Origanum)
Είδος: O. majorana
Διώνυμο
Ορίγανον η μαντζουράνα (Origanum majorana)
Αγγειόσπερμο, δικότυλο, πολυετές φυτό η ματζουράνα (Ορίγανον η μαντζουράνα, λατ. Origanum majorana) ανήκει στην τάξη λαμιώδη και στην οικογένεια χειλανθή, είναι δε συγγενικό φυτό με τη ρίγανη.
Ιθαγενές των χωρών της Μεσογείου με 6 είδη ποωδών φυτών. Το πιο σημαντικό είδος είναι η ματζουράνα ορίγανο ή κοινή, το ύψος της φτάνει τα 60 εκατοστά, ο βλαστός είναι τετραγωνικός, πολύκλαδος. Τα φύλλα της είναι μικρά, αντίθετα, χνουδωτά, ωοειδή και έχουν μία χαρακτηριστική όμορφη οσμή λεβάντας. Τα άνθη της είναι μικρά λευκού χρώματος. Τα φύλλα της χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό, συνήθως στο κρέας και το ψάρι, αλλά και ως αφέψημα. Από τα φύλλα του φυτού λαμβάνεται αιθέριο έλαιο που χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό και αντισπασμωδικό ενώ έχει χρήσεις και στην αρωματοποιία.
Στην Ελλάδα η ματζουράνα είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια όπου την χρησιμοποιούσαν σαν φάρμακο κατά στομαχικών και εντερικών ενοχλήσεων. Σήμερα καλλιεργείται ως καλλωπιστικό και αρωματικό φυτό σε γλάστρες και κήπους.

Μαϊντανός
Συστηματική ταξινόμηση
Σύστημα: κατά CRONQUIST, 1981
Βασίλειο:        Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:       Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Υφομοταξία:  Ροδίδες (Rosidae)
Τάξη:   Σελινώδη (Apiales)
Οικογένεια:    Σελινοειδή (Apiaceae) ή Σκιαδοφόρα (Umbelliferae)
Γένος: Πετροσέλινον (Petroselinum)
Είδος: P. crispum
Διώνυμο
Πετροσέλινον το ούλον
(Petroselinum crispum)
O μαϊντανός είναι διετές, ιθαγενές φυτό που ανήκει στο γένος Πετροσέλινον (Petroselinum) της οικογένειας των Σελινοειδών (Apiaceae) (συν. Σκιαδοφόρων (Umbelliferae)). Καλλιεργείται στις εύκρατες περιοχές για τα φύλλα του που χρησιμοποιούνται στη μαγειρική και σε διάφορες σαλάτες.
Ήταν γνωστός στους αρχαίους Έλληνες που τον χρησιμοποιούσαν ως αρωματικό βότανο αλλά και ως φάρμακο σε διάφορες παθήσεις.
Κατά τον πρώτο χρόνο ανάπτυξης του φυτού εμφανίζονται τα σύνθετα κατσαρά βαθυπράσινα φύλλα σχηματίζοντας ομάδες.
Στην συνέχεια εμφανίζονται διάφορα ψηλά ανθοφόρα στελέχη που στην κορυφή τους φέρουν μικρά κιτρινοπράσινα άνθη και ακολουθούνται από μικρά σπόρια.
Τα φύλλα του μαϊντανού είναι πλούσια σε βιταμίνη C, ενώ περιέχουν και αιθέρια έλαια. Εκτός από φρέσκα μπορούν να χρησιμοποιηθούν και αποξηραμένα.
Κάποια ποικιλία μαϊντανού σχηματίζει μια μεγάλη ρίζα όμοια με του σέλινου και τρώγεται βραστή σε διάφορες χώρες της Ευρώπης.
Στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποιείται όχι μόνο ως συστατικό αλλά και ως διακοσμητικό σαλατών ή πιάτων κρέατος, ενώ στην Τουρκία, χρησιμοποιείται σε μεγάλες ποσότητες στη σαλάτα, είτε μαζί με ψιλοκομμένη τομάτα είτε και μόνος του.
Μοσχοκαρυδιά
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:        Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:       Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:   Μαγνολιώδη (Magnoliales)
Οικογένεια:    Μυριστικοειδή (Myristicaceae)
Γένος: Μυριστική (Myristica)
Είδος: M. fragrans
Διώνυμο
Μυριστική η ευώδης
Myristica fragrans
Gronov.
Η μοσχοκαρυδιά, (επισ. Μυριστική η ευώδης, Myristica fragrans) είναι αγγειόσπερμο δικότυλο φυτό ανήκει στην τάξη των Μαγνολιωδών και στην οικογένεια των Μυριστικοειδών.
Το δέντρο φτάνει στα 20 μέτρα ύψος και η καταγωγή του είναι από τα νησιά Μολούκες ή τα νησιά των μπαχαρικών της Ινδονησίας, όπου και σήμερα καλλιεργείται για τα σπόρια του, που χρησιμοποιούνται σαν μπαχαρικό, το γνωστό μοσχοκάρυδο.
Το δέντρο αργεί να καρποφορήσει και πρέπει να περάσουν τουλάχιστο 8 χρόνια μετά τη σπορά του. Έχει τη μεγαλύτερη απόδοση σε καρπούς όταν φτάσει την ηλικία των 25 ετών. Τα φύλλα του είναι μεγάλα ωοειδή-λογχοειδή.
Ο καρπός της μοσχοκαρυδιάς μοιάζει με το βερίκοκο και όταν ωριμάσει σχίζεται στα δύο και απελευθερώνεται ο σπόρος ο οποίος αποτελείται από ένα σαρκώδες περίβλημα , γνωστό με την ονομασία μασίς. Το μασίς αφαιρείται πριν από το σπάσιμο του κελύφους και χρησιμοποιείται μετά από κονιοποίηση σαν μπαχαρικό στον αρωματισμό κυρίως των τυριών.
Ο σπόρος έχει χρώμα καφέ και είναι αρκετά μεγάλος και στιλπνός, είναι δε το γνωστό μοσχοκάρυδο που βρίσκουμε στο εμπόριο.
Ν

Νεραντζιά
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:        Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:       Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:   Σαπινδώδη (Sapindales)
Οικογένεια:    Ρυτοειδή (Rutaceae)
Γένος: Κίτρος (Citrus)
Είδος: C. × aurantium
Διώνυμο
Κιτρέα η νεραντζέα
(C. × aurantium)
Η νεραντζιά ανήκει στην οικογένεια των Ρυτοειδών (= εσπεριδοειδών) και είναι μικρό δέντρο, στην Ελλάδα και στην Κύπρο είναι γνωστό δε και με τις ονομασίες κιτρομηλιά και ξινονεραντζιά.
Μοιάζει πολύ με την πορτοκαλιά και ανήκει στα εσπεριδοειδή. Η καταγωγή της είναι από το Βιετνάμ αλλά σήμερα είναι πολύ κοινή και καλλιεργείται σε πολλές χώρες και ιδιαίτερα στις τροπικές περιοχές και στις χώρες της Μεσογείου.
Ο καρπός της είναι το νεράντζι που μοιάζει με το πορτοκάλι εξωτερικά αλλά η διαφορά του είναι στη γεύση. Τα νεράντζια είναι πολύ πικρά και ξινά και δεν καταναλώνονται νωπά. Η χρήση τους είναι κυρίως στη ζαχαροπλαστική και στην ποτοποιία.
Ως γλυκό του κουταλιού το νεράντζι είναι έξοχο σε άρωμα και γεύση και δημοφιλές στην παράδοση πολλών περιοχών της Ελλάδας. Από τον ανθό της νεραντζιάς λαμβάνεται αιθέριο έλαιο και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία. Η νεραντζιά επίσης καλλιεργείται ως καλλωπιστικό σε πάρκα και πεζοδρόμια κυρίως των μεγαλουπόλεων, το δέντρο δε είναι ανθεκτικό τόσο στο ψύχος όσο και στην ξηρασία.
Π

Σκόνη πάπρικας.
Η πάπρικα είναι ζωηρόχρωμη κόκκινη σκόνη που παρασκευάζεται από τους καρπούς συγκεκριμένων ποικιλιών πιπεριάς (Καψικόν το ετήσιον, Capsicum annuum), χρησιμοποιείται δε ευρέως ως μπαχαρικό. Τα φυτά φυτεύονται στην αρχή της άνοιξης, η δε συγκομιδή πραγματοποιείται το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Οι καρποί ξηραίνονται και κονιοποιούνται για να παραχθεί η πάπρικα. Η γεύση της πάπρικας ποικίλλει από γλυκιά έως δριμεία. Η πάπρικα περιέχει σάκχαρο και είναι πλουσιότερη σε βιταμίνη C σε σχέση με τα εσπεριδοειδή. Η καψαϊκίνη είναι υπεύθυνη για την καυτερή της γεύση, ενώ η ελαιορρητίνη χρησιμοποιείται ως χρωστική σε διάφορα τρόφιμα (μεταξύ αυτών και τα λουκάνικα). Η πάπρικα χρησιμοποιείται στην κουζίνα πολλών χωρών , κυρίως όμως στις κουζίνες της Ισπανίας του Μεξικού και της Βαλκανικής Χερσονήσου. Στην Ουγγαρία η πάπρικα είναι το εθνικό μπαχαρικό όπου χρησιμοποιείται σε καυτερά πιάτα όπως το γκούλας(gulyas) και σε σάλτσες όπως η κέτσαπ.



Το Πελαργόνιον το βαρύοσμον (Pelargonium graveolens) είναι ποώδες παχύφυλλο που ανήκει στο γένος Πελαργόνιο οικογένειας των Γερανιοειδών (Geraniaceae). Το κοινό του όνομα είναι αρμπαρόριζα ενώ πολλές φορές αναφέρεται και ως γεράνιο, γεράνι, πελαργόνι, στη Λέσβο χρυσαχί, στην Κύπρο κιούλι.


Πρόκειται για πολυετές ποώδες φυτό με τρυφερούς βλαστούς οι οποίοι δεν ξυλοποιούνται. Αναπτύσσεται πολύ γρήγορα. Τα φύλλα έχουν γκριζοπράσινο χρώμα, είναι χνουδωτά και με πολύ μεγάλες εγκολπώσεις. Μπορούν να φθάσουν τα 10cm σε μήκος ενώ το πλάτος τους είναι σχεδόν το μισό του μήκους τους. Τα φύλλα είναι αρωματικά. Τα άνθη του φέρονται σε ταξιανθία τύπου σκιαδίου και φέρουν 5 πέταλα. Τα χρώματα που συναντάμε στα άνθη του P. graveolens είναι στις αποχρώσεις του ροζ και του μωβ.

Το P. graveolens είναι φυτό με ταχύτατη ανάπτυξη, το οποίο προτιμάει τις ηλιόλουστες ή και ημισκιαζόμενες θέσεις. Το έδαφος θα πρέπει να είναι ελαφρύ (πλούσιο σε άμμο) ώστε να αποστραγγίζει πολύ καλά. Οι ρίζες του δεν ανέχονται την υπερβολική υγρασία. Όταν αναπτύσσεται στο έδαφος ενός κήπου κατάλληλα είναι τα αραιά και πολύ πλούσια ποτίσματα (πότισμα ανά 5-20 ημέρες ανάλογα με την εποχή και τις τοπικές συνθήκες θερμοκρασίας, σκίασης κ.α.). Όταν αναπτύσσεται σε φυτοδοχεία τότε τα ποτίσματά του θα πρέπει να είναι πιο συχνά (ανά 1-7 ημέρες).
Δεν είναι ιδιαίτερα απαιτητικό σε θρεπτικά στοιχεία και μπορεί να αναπτυχθεί ικανοποιητικά ακόμα και σε πολύ άγονα εδάφη. Σε εντατικές καλλιέργειες του P. graveolens για την παραγωγή αιθέριων ελαίων απαιτεί 3-4 μονάδες φωσφόρου και καλίου ανά στρέμμα και 7-8 μονάδες αζώτου ανά στρέμμα.
Το P. graveolens είναι ευαίσθητο στο ψύχος. Έτσι στην Ελλάδα το συναντάμε κυρίως στις παράκτιες περιοχές όπου οι χειμώνες είναι ήπιοι. Σε πιο ορεινές περιοχές καλλιεργείται ως ετήσιο.
Είναι επιδεκτικό στα κλαδέματα, ακόμα και σε πολύ αυστηρά κλαδέματα τα οποία είναι απαραίτητα εάν θέλουμε να διατηρήσουμε μία μαζεμένη και συμπαγή όψη του φυτού. Καταλληλότερη εποχή είναι νωρίς την άνοιξη.
Σε ορσιμένες περιοχές χρησιμοποιείται ως τροποποιητικό γεύσης σε μαρμελάδες και γλυκά κουταλιού και έχει και θεραπευτικές ιδιότητες ως βότανο.

Ο καρπός του περγαμόντου
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:        Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:       Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:   Σαπινδώδη (Sapindales)
Οικογένεια:    Ρυτοειδή (Rutaceae)
Γένος: Κίτρος (Citrus)
Είδος: C. bergamia
Διώνυμο
Κίτριον το περγάμιον (Citrus bergamia)
Το Περγαμόντο (Bergamot Orange) είναι ο καρπός του δέντρου Περγαμοντιά (Citrus bergamia) ή αλλιώς Κίτριον το περγάμιον του γένους Κίτρος, οικογένεια Ρυτοειδή που ανήκει στα εσπεριδοειδή. Το δέντρο του περγαμόντου (περγαμοντιά) είναι αειθαλές, σχετικά μικρό σε μεγέθος και έχει σχήμα φυλλώματος που ποικίλλει. Τα βλαστάρια του είναι χρώματος ανοικτού πράσινου. Τα φύλλα του είναι μεγάλα, λογχοειδή και μυτερά. Τα άνθη είναι λευκά ενώ οι καρποί του είναι σχετικά μεγάλοι είτε πεπλατυσμένοι είτε στρογγυλοί και έχουν χρώμα κίτρινο προς πορτοκαλί. Οι καρποί έχουν προεξέχουσες βάσεις και κορυφές με ανθεκτικούς στήμονες.

Η περγαμοντιά καλλιεργείται κυρίως σε θερμά κλίματα γιατί είναι ευαίσθητη στο ψύχος, όπως στην Καλαβρία , στην Ακτή Ελεφαντοστού και στη χώρα μας στην Κορινθία στην Αργολίδα στην Κέρκυρα και στην Κεφαλλονιά.

Το περγαμόντο δεν έχει σαφή καταγωγή και οι περισσότεροι ειδικοί εκτιμούν ότι πρόκειται για μετάλλαξη άλλων εσπεριδοειδών. Βάσει γενετικών αναλύσεων πιθανολογείται ότι είναι υβρίδιο δύο ειδών κιτριάς των Citrus limetta και Citrus aurantium[1]. Όσο για τη χώρα προέλευσής του υπάρχουν διάφορες θεωρίες, επικρατέστερες των οποίων είναι οι ακόλουθες: Κίνα, Ελλάδα, Ισπανία, Κανάριοι Νήσοι, Μπαρμπάντος. Οσον αφορά την ονοματολογία, λέγεται ότι το περγαμόντο προέρχεται από το τουρκικό μπεγκ - άρμοντι (το αχλάδι του κυρίου).

Το εσωτερικό του καρπού του περγαμόντου δεν τρώγεται ωμό ενώ το ξύσμα του φλοιού χρησιμοποιείται ευρύτατα στη ζαχαροπλαστική. Με το περγαμόντο παρασκευάζονται γλυκό του κουταλιού με πολύ γνωστό αυτό της Νάξου, λικέρ και μαρμελάδα. Το άρωμα του περγαμόντου είναι ξεχωριστό και έντονο και χρησιμοποιείται σε τεράστια ποικιλία τσαγιών με διασημότερο το τσάι Earl Grey καθώς και στα λουκούμια. Επίσης το περγαμόντο χρησιμοποιείται ως συστατικό σε κουλουράκια σε σοκολάτες σε χαλβά σε φρουί γλασέ σε αρωματισμένο γάλα(Χιώτικο γάλα), και κουβερτούρα. Τέλος το περγαμόντο χρησιμοποιείται περιορισμένα ως συστατικό και στη Μαγειρική, κυρίως ως συνοδευτικό κρέατος.

Μία από τις σημαντικότερες εφαρμογές του είναι στην καλλυντική βιομηχανία, στην οποία χρησιμοποιείται εδώ και περίπου τρεις αιώνες, σε σαπούνια, αρώματα, λοσιόν, αποσμητικά κ.ά. Η χρήση του τοποθετείται χρονικά στην εποχή που εμφανίστηκε και η κολόνια (νερό της Κολονίας). Οι θεραπευτικές του ιδιότητες είναι πολλές: αναλγητικές, αντικαταθλιπτικές, αντισηπτικές, αποχρεμπτικές και κατευναστικές. Το αιθέριο έλαιο του περγαμόντου είναι περιζήτητο και χρησιμοποιείται στην αρωματοθεραπεία.
Η πορτοκαλιά (επιστ. Κιτρέα η σινική, Citrus × sinensis) είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο, αειθαλές φυτό που ανήκει στην τάξη των Σαπινδωδών και στην οικογένεια των Ρυτοειδών (Rutaceae) (= Εσπεριδοειδών (Hesperidaceae)). Από τα σημαντικότερα εσπεριδοειδή έχει καταγωγή από την Ινδία και την Κίνα. Γνωστή από τα αρχαία χρόνια όμως η εντατική της καλλιέργεια άρχισε από το 10 μ.Χ. αιώνα στη βόρεια Αφρική. Γύρω στο 1490 έφτασε στις μεσογειακές περιοχές από Πορτογάλους θαλασσοπόρους και πιθανολογείται ότι σε αυτούς οφείλει το όνομα της. Στη συνέχεια από την Ελλάδα διαδόθηκε σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες και Ισπανοί ιεραπόστολοι την μετέφεραν στη βόρεια Αμερική.
Η πορτοκαλιά δεν αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες , το πολύ μέχρι και 4 βαθμούς υπό το μηδέν για το λόγο αυτό καλλιεργείται σε τροπικές, υποτροπικές και εύκρατες περιοχές με ήπιο χειμώνα. Είναι μικρό δέντρο που φτάνει σε ύψος τα 8 μέτρα και σπάνια τα ξεπερνά. Ο κορμός της είναι λείος και ίσιος, οι ρίζες της πλούσιες , θυσανωτές που δεν φτάνουν όμως σε μεγάλο βάθος.
Τα κλαδιά της πορτοκαλιάς σχηματίζουν γωνίες και απλώνουν, είναι κυλινδρικά και έχουν ελαστικότητα έτσι μπορούν να αντέχουν αρκετά μεγάλο βάρος καρπών αν και λυγίζουν. Τα φύλλα της είναι μετρίου μεγέθους, πλατιά, λεία, στιλπνά και φέρουν μίσχους με πτερύγια. Κατά το μήνα Απρίλιο κάποια από τα παλιά φύλλα πέφτουν και αντικαθίστανται από καινούργια. Τα άνθη της είναι λευκά, αρκετά μεγάλα και εύοσμα , βγαίνουν δε την άνοιξη μεμονωμένα από τους βλαστούς. Λίγο αργότερα από τους οφθαλμούς των φύλλων βγαίνουν νέοι βλαστοί που ανθοφορούν κατά ομάδες. Από τα άνθη αυτά δένονται καρποί σε μικρό ποσοστό ενώ τα περισσότερα πέφτουν. Όταν από τα 10 άνθη δέσει 1 καρπός τότε η καρποφορία του δέντρου κρίνεται πολύ ικανοποιητική.
Η πορτοκαλιά ανθίζει μία φορά το χρόνο και η ανθοφορία της κρατάει 5-7 εβδομάδες. Ο καρπός της πορτοκαλιάς είναι το πορτοκάλι ή εσπερίδιο. Το δέντρο ευδοκιμεί σε μία μεγάλη εδαφική ποικιλία, όμως προτιμά τα αμμοπηλώδη εδάφη. Ο πολλαπλασιασμός της γίνεται με εμβολιασμό συνήθως δέντρων που αναπτύσσονται από σπορά καλής ποιότητας πορτοκαλιών. Χρησιμοποιούνται επίσης δέντρα νεραντζιάς και μανταρινιάς. Οι πορτοκαλιές δίνουν καλή καρποφορία για 80 περίπου χρόνια ενώ υπάρχουν και δέντρα που καρποφορούν και μετά από 100 ή περισσότερα χρόνια. Οι πρώιμες ποικιλίες ωριμάζουν τους καρπούς τους από το μήνα Οκτώβριο ενώ οι όψιμες τους καλοκαιρινούς μήνες.
Υπάρχουν 160 περίπου ποικιλίες πορτοκαλιάς, οι πιο σημαντικές που καλλιεργούνται στην Ελλάδα είναι:
1.-Βαλέντσια. Ξενική ποικιλία που ωριμάζει από το Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο και έτσι επιτρέπει στους παραγωγούς να εφοδιάζουν την αγορά με πορτοκάλια και τους καλοκαιρινούς μήνες. Η ποικιλία αυτή είναι ιδιαίτερα ανθεκτική και προσαρμόζεται εύκολα σε πολλούς τύπους εδαφών , δίνει δε εύγευστα πορτοκάλια πολύ καλής ποιότητας.
2.-Χίου. Δίνει μικρούς καρπούς και ωριμάζει από τα μέσα Νοεμβρίου.Ο καρπός της έχει πολλά σπόρια , δίνει λίγο χυμό και είναι εξαιρετικά ανθεκτικός στη μεταφορά.
3.-Άρτας. Οι καρποί της ποικιλίας αυτής είναι σφαιρικοί , έχουν λεπτό περικάρπιο υπόξινη γεύση και είναι εξαιρετικά αρωματικοί. Η ωρίμανση τους γίνεται κατά τον Ιανουάριο.
4.Σουλτανί του Φόδελε. Δίνει μεγάλους ωοειδείς καρπούς με φλούδα που αφαιρείται εύκολα , πολύ νόστιμη σάρκα με πλούσιο χυμό.
5.-Μέρλιν. Γνωστή ποικιλία με πολύ εύγευστους καρπούς και χυμώδεις ,καλλιεργείται σε πολλές περιοχές του κόσμου.
6.-Σαγκουίνι. Λέγεται και αιματόσαρκος ποικιλία εξαιτίας της κόκκινης σάρκας των καρπών της.Είναι ξενικής προέλευσης. Πολύ εύγευστοι και χυμώδεις καρποί δίνουν χυμούς πλούσιους σε βιταμίνες.
Ρ
Ρίγανη
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο:        Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία:       Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη:   Λαμιώδη (Lamiales)
Οικογένεια:    Χειλανθή (Lamiaceae)
Γένος: Ορίγανον (Origanum)
Είδος: O. vulgare
Διώνυμο
Ορίγανον το κοινόν
(Origanum vulgare)

Η ρίγανη (Ορίγανον το κοινόν, Origanum vulgare) είναι αρωματικό ποώδες, πολυετές, ιθαγενές και θαμνώδες φυτό της Μεσογείου και της Κεντρικής Ασίας. Ανήκει στο γένος Ορίγανο της τάξης των λαμιωδών αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών.
Στην Ελλάδα η ρίγανη είναι αυτοφυής και βρίσκεται σε ορεινές και βραχώδεις περιοχές.
Χρησιμοποιείται ως καρύκευμα κυρίως στη μαγειρική αλλά και σπανιότερα ως αφέψημα, το οποίο αναφέρεται ως εξαιρετικό κατά του βήχα. Χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στη χωριάτικη σαλάτα.
Η συλλογή της ρίγανης γίνεται κατά την ανθοφορία του φυτού, τα άνθη αυτά ξεραίνονται σε ειδικά υπόστεγα ή ξηραντήρια και στη συνέχεια τρίβονται και κοσκινίζονται.
Είναι το βασικό καρύκευμα των χωρών της Μεσογείου και βασικό συστατικό της Ελληνικής, αλλά και της Ιταλικής κουζίνας.
Επειδή η συλλογή της απαιτεί αρκετά εργατικά χέρια, η έλλειψη τους οδήγησε σε οργανωμένη καλλιέργεια στις περιοχές των Τρικάλων και της Καρδίτσας. Στις Η.Π.Α η κατανάλωση της ρίγανης αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια.
Σ

Στεγνοί σπόροι σησαμιού
κοινή ονομασία του γένους Αγγειόσπερμων Δικότυλων φυτών με το όνομα Σήσαμο(Sesamum) και κυρίως του είδους Σήσαμο το ινδικό (S. indicum) που καλλιεργείται από την αρχαιότητα για τα εδώδιμα ελαιούχα σπέρματα του.
κοινή ονομασία των σπερμάτων του είδους S. Indicum.
Το γένος Σήσαμο ανήκει στην τάξη Σκροφουλαριώδη, στην οικογένεια Πηδαλιίδες (Pedaliaceae). Περιλαμβάνει 37 είδη ποωδών φυτών που είναι ιθαγενή της Ασίας και της Αφρικής. Σημαντικότερο όλων από οικονομική άποψη είναι το S. indicum

Το σουσάμι θεωρείται ως ένα από τα αρχαιότερα ετήσια ελαιοδοτικά καλλιεργούμενα φυτά και η σημασία του στους αρχαίους πολιτισμούς υπήρξε σημαντική. Πριν από την εποχή του Μωυσή οι Αιγύπτιοι άλεθαν τα σπέρματα και χρησιμοποιούσαν το σουσάμι με την μορφή αλευριού. Οι Κινέζοι ήδη πριν από 5000 χρόνια παρήγαν αιθάλη με καύση σησαμελαίου για την παρασκευή της καλύτερης σινικής μελάνης. Οι ρωμαίοι άλεθαν τα σπέρματα του σουσαμιού με κύμινο για την παρασκευή μιάς κρέμας που άλειφαν στο ψωμί. Κατά το παρελθόν πίστευαν επίσης ότι είχε μυστικές δυνάμεις και το σουσάμι διατηρεί ακόμη κάτι από τις μαγικές ιδιότητες που του αποδίδονταν , όπως φαίνεται και από την έκφραση "άνοιξε σουσάμι" που προέρχεται από το παραμύθι Ο Αλή μπαμπά και οι Σαράντα κλέφτες από τις Χίλιες και μία νύχτες.

Συγκομιδή του σουσαμιού στην Ταϋλάνδη
Το σουσάμι ευδοκιμεί σε αμμοπηλώδη έως πηλώδη εδάφη. Ως φυτό των θερμών και ξηρών περιοχών απαιτεί θερμοκρασίες μεταξύ 21 και 26 βαθμών Κελσίου καθώς επίσης και βλαστική περίοδο 60-120 ημερών. Η ανάπτυξη του ευνοείται από μέτριες βροχοπτώσεις. Οι αποδόσεις βελτιώνονται αν γίνουν κατά την θερινή περίοδο 2-3 ποτίσματα. Σε ξερική καλλιέργεια οι αποδόσεις κυμαίνονται απο 40 έως 80 χιλιόγραμμα ανά στρέμμα , ανάλογα με τις συνθήκες καλλιέργειας , ενώ σε αρδευόμενα εδάφη είναι της τάξης των 250 χιλιογράμμων ανά στρέμμα. Για την καλλιέργεια του σουσαμιού απαιτείται καλή προετοιμασία της σποροκλίνης (τού κατάλληλα προετοιμασμένου χώρου για την σπορά) επειδή το σπέρμα του είναι πολύ μικρό. Η σπορά γίνεται τον Απρίλιο ή τον Μάιο. Οι αρδευόμενες καλλιέργειες απαιτούν λίπανση. Η συγκομιδή πραγματοποιείται με το κόψιμο των φυτών. Ακολουθεί δεματοποίηση , ξήρανση και αλώνισμα. Η εποχή της συγκομιδής εξαρτάται από την ποικιλία. Στις ποικιλίες που οι κάψες ανοίγουν εύκολα η συγκομιδή πρέπει να γίνεται πρώιμα και με το χέρι για την αποφυγή ανάμειξης ποικιλιών.

Κυριότερος εχθρός του σουσαμιού στην Ελλάδα είναι το Έντομο Antigastra catalounelis, οι προνύμφες του οποίου καταστρέφουν τα φύλλα , τα άνθη και τους καρπούς.

Κυριότερες καλλιεργούμενες ποικιλίες στην Ελλάδα είναι η Early Russian, αμερικανικής προέλευσης και πολύ πρώιμη, η Margo αμερικανικής προέλευσης και σχετικά όψιμη και η Δωδεκανήσου, διαλογή του Ινστιτούτου βάμβακος από αυτόχθονα πληθυσμό η οποία παρουσιάζει μεγάλη προσαρμοστικότητα και είναι μεσοπρώιμη.

Το άρωμα και η γεύση του σπέρματος του σουσαμιού είναι ήπια και θυμίζουν τη γεύση καρυδιών.
Κουλούρια Τουρκίας με σουσάμι
Τα σπέρματα τού σουσαμιού χρησιμοποιούνται ως τροφή του ανθρώπου , ως αρωματικός παράγοντας και για την παραλαβή ελαίου, του σησαμελαίου. Το χρώμα του είναι λευκό ή ανοικτό μπεζ ενώ όταν αποφλοιωθεί ανάλογα με τον τύπο μπορεί να είναι εντελώς λευκό ή κοκκινωπό ή σπανιότερα μαύρο (μαυροσούσαμο). Ολόκληρο το σπέρμα χρησιμοποιείται πολύ στην κουζίνα της Μέσης Ανατολής και της Ασίας. Το ταχίνι παρασκευάζεται από συνθλιμμένους σπόρους σουσαμιού. Ο χαλβάς είναι ένα γλύκισμα που παρασκευάζεται από ταχίνι και έναν γλυκαντικό παράγοντα(ζάχαρη, φρουκτόζη, μέλι, μαλτόζη).
Tο σουσάμι χρησιμοποιείται στην επιφάνεια του ψωμιού, αρτοσκευασμάτων, τσουρεκιών για εμπλουτισμό της γεύσης τους και για αρωματικούς λόγους. Στην Ελλάδα το σουσάμι είναι πολύ γνωστό ως βασικό συστατικό παραδοσιακών προϊόντων και γλυκών όπως το κουλούρι Θεσσαλονίκης, η λαγάνα και το παστέλι. Το σησαμέλαιο χρησιμοποιείται στην παραγωγή μαγειρικού λίπους και μαργαρίνης στην παραγωγή λιπαντικών, καλλυντικών και φαρμακευτικών προιόντων. Τέλος θεωρείται εξαιρετικό λάδι για κάθε μαγειρική χρήση, με άριστα αποτελέσματα στις σαλάτες και στο τηγάνισμα πατάτας.


Το κύριο συστατικό των σπερμάτων είναι το μη πτητικό έλαιο που περιέχουν σε ποσοστό 44% έως 60%. Το σησαμέλαιο έχει αξιοσημείωτη σταθερότητα και είναι ανθεκτικό στην οξείδωση και στο τάγγισμα ενώ η σύνθεση του είναι ιδανική (40% ελαϊκό οξύ, 45% λινολεϊκό οξύ). Ο πλακούντας που απομένει μετά την παραλαβή του λαδιού είναι πολύ θρεπτικός(42% πρωτεϊνη), τόσο χάρη στην ποιότητα των αμινοξέων που περιέχει(υψηλή περιεκτικότητα μεθιονίνης) όσο και χάρη στα ανόργανα στοιχεία του(ασβέστιο και φώσφορος). Τέλος το σουσάμι περιέχει βιταμίνες του συμπλέγματος Β, Βιταμίνη Ε, σίδηρο, σελήνιο, πολυακόρεστα λιπαρά οξέα , μηδενική χοληστερόλη και φυσικά αντιοξειδωτικά όπως λιγνάνες.

Τ
  Η τριανταφυλλιά (επιστ. Ροδή, Rosa) είναι γένος φυτών που ανήκει στην οικογένεια των Ροδοειδών (Rosaceae).
Ροζ τριαντάφυλλο
Είναι καλλωπιστικό και φυλλοβόλο φυτό. Αποτελείται από τη ρίζα, τον βλαστό, τα φύλλα και τα μπουμπούκια της. Η ρίζα της τριανταφυλλιάς είναι αποξυλωμένη και διακλαδίζεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Συνεχίζοντας, ο βλαστός της αρχικά είναι τρυφερός και πράσινος, ενώ κάποια στιγμή αρχίζει να σκληραίνει και να αποξηραίνεται. Επίσης, ο βλαστός εξωτερικά έχει αγκάθια, όπως και τα φύλλα στις άκρες τους. Τα άνθη της τριανταφυλλιάς βγαίνουν στις άκρες των τρυφερών βλαστών. Στην αρχή είναι κλειστά τα μπουμπούκια της, ενώ σιγά σιγά αρχίζουν να ανοίγουν και να ξεπετάγονται τα πέταλα. Τα πέταλα έχουν διάφορα χρώματα όπως λευκό, κόκκινο, ροζ, κίτρινο και άλλα. Το χρώμα των λουλουδιών τους είναι ανάλογο με την ποικιλία της κάθε τριανταφυλλιάς.
Η τριανταφυλλιά πολλαπλασιάζεται με πέντε τρόπους. Πολλαπλασιάζεται με παράρριζα, με σπέρματα, με καταβολάδες, με μοσχεύματα και με μπόλιασμα. Η τριανταφυλλιά, εκτός απο την ομορφιά και τα ευωδιαστά άνθη, παρέχει και αιθέριο αρωματικό λάδι εξαιρετικής ποιότητας, που παίρνουμε απο τα ροδοπέταλά της και που χρησιμεύει στην παρασκευή αρωμάτων. Επίσης τα πέταλα των τριαντάφυλλων, κυρίως τα ροζ, μπορούν να γίνουν και γλυκό.

Το τσίλι (στα αγγλικά chili pepper) είναι μπαχαρικό που παρασκευάζεται από τον καρπό ορισμένων ποικιλιών πιπεριάς των ειδών Καψικόν το ετήσιον (Capsicum annuum) και Καψικόν το θαμνώδες (C. frutescens) ή πιπεριά τσίλι. Τόσο το μπαχαρικό όσο και η πιπεριά χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερα έντονη γεύση τους και χρησιμοποιούνται στον αρωματισμό διαφόρων τύπων πικάντικης σάλτσας.


Φ

Η Φράπα (Citrus grandis ή Citrus Maxima) είναι κοινή ονομασία του αειθαλούς καρποφόρου δέντρου και του καρπού του, τού γένους Κίτρος που ανήκει στα ρυτoειδή. Η προέλευση της είναι από τη Νοτιοανατολική Ασία όπως τα περισσότερα εσπεριδοειδή. Θεωρείται πολύ πιθανό οτι το γκρέιπ-φρουτ προέρχεται από μετάλλαξη της φράπας. Η φράπα είναι δέντρο ζωηρό, ορθόκλαδο με μαλακό ξύλο και ευαίσθητο στο ψύχος. Ο φλοιός έχει μέτριο πάχος και επιφάνεια λεία. . Οι καρποί της φράπας είναι υπερμεγέθεις, χρώματος κίτρινου με πλούσιο άρωμα. Χρησιμοποιείται ευρέως στη ζαχαροπλαστική για τη δημιουργία γλυκών.

Καλλιεργείται για τους εντυπωσιακά ογκώδεις καρπούς με παχύ σπογγώδη φλοιό , οι οποίοι χρησιμοποιούνται στη ζαχαροπλαστική.

Η φράπα δεν τρώγεται ωμή αλλά χρησιμοποιείται για να παρασκευασθεί γλυκό του κουταλιού και μαρμελάδα. Το ξύσμα της φράπας χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική.

Πηγή:el.wikkipedia.org

Σχόλια

  1. Μέ τής Ελληνικής φύσης τά δώρα καί μέ τήν Αγίας Σοφίας αρχαία γνώση ο Θεός γιά όσους τούς θέλει υγιείς γερούς φρόντισε τό κάθε πικρό φαρμάκι νά ξεραίνεται νά καίγεται κάτω από ανάλογο Αρωματικό καπάκι καί νά γίνεται στάχτη.+++

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατεκνόχορτα: Τα φυτά που λέγεται ότι προκαλούν στείρωση πλην όμως καταπολεμούν τον καρκίνο…

Μπιγκόνια ή Βιγόνια